20 May 2024

Αυτό που δεν είδαν στο Documento


Σε δημοσιεύματα της εφημερίδας Documento στα μέσα Μαΐου του 2024, γίνεται αναφορά σε "προκλητικές" αρχειοθετήσεις υποθέσεων για "δωροδοκίες κρατικών αξιωματούχων" από την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος. Τα δημοσιεύματα υπαινίσσονται ότι οι "προκλητικές αρχειοθετήσεις" δεν είναι αποτέλεσμα ορθοκρισίας και καλούν την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να επιληφθεί, διότι υπάρχουν "μαύρες σκιές πάνω από την δικαιοσύνη". Ωστόσο, η εφημερίδα Documento δεν κατέγραψε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, το οποίο σχετίζεται με τις αρχειοθετήσεις και δημιουργήθηκε με νομοθετικές πρωτοβουλίες που ανέλαβε η παρούσα Κυβέρνηση. Ήδη από το 2020, με τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στις οποίες συνέπραξε και το ΚΙΝΑΛ, καταργήθηκε ο επανέλεγχος των αρχειοθετήσεων της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος από ανώτερο εισαγγελικό λειτουργό. Το άρθρο αυτό δεν εξετάζει το ορθό ή το εσφαλμένο της κρίσης της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος. Στο άρθρο αυτό αναδεικνύονται συγκεκριμένες νομοθετικές επιλογές της Κυβέρνησης οι οποίες πλήττουν το κύρος της δικαστικής εξουσίας και την αφήνουν εκτεθειμένη σε υπαινιγμούς για έλλειψη ορθοκρισίας. Η θεσμοθέτηση περισσότερων σταδίων ελέγχου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών στην ποινική διαδικασία, την ύπαρξη των οποίων σίγουρα επιθυμούν και οι ίδιοι οι δικαστικοί, ενισχύει την ορθοκρισία και την ασφάλεια δικαίου. Ταυτόχρονα, προστατεύει και το κύρος των δικαστικών λειτουργών διότι ενισχύει την ανεξαρτησία τους και περιορίζει τις αμφισβητήσεις στην κρίση τους. Η παρεμβολή περισσότερων δικαστικών λειτουργών διαφορετικού βαθμού στην ποινική διαδικασία, προσθέτει επιπλέον εγγυήσεις ορθοκρισίας διότι η τυχόν εσφαλμένη κρίση είναι πιθανότερο να εντοπίστεί. Επιπλέον, τα περισσότερα στάδια ελέγχου μειώνουν τις πιθανότητες για εσφαλμένη κρίση ως αποτέλεσμα πιέσεων, διότι προϋποθέτει την άσκηση πίεσης σε περισσότερα πρόσωπα. Όσο αυξάνουν οι κρίκοι της αλυσίδας της διαδικασίας, τόσο δυσκολότερο είναι να "αστοχήσουν" όλοι ταυτόχρονα, ως αποτέλεσμα άσκησης πίεσης. Και τόσο δυσκολότερο είναι να μείνει κάτι τέτοιο κρυφό. Θα έπρεπε, λοιπόν, τα δημοσιεύματα να έχουν αναδείξει και τον ρόλο του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου. 

Τα δημοσιεύματα

Την Δευτέρα 13 Μαΐου 2024, η εφημερίδα Documento δημοσίευσε το άρθρο Έθαψαν καταγγελίες ενεργειακών κολοσσών για μίζες, στο οποίο αναφέρεται ότι η Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος αρχειοθέτησε αναφορά για χρηματισμό αξιωματούχου με σκοπό την ένταξη επενδυτικού σχεδίου σε καθεστώς fast track. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι "δύο εταιρείες-κολοσσοί στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) κατέθεσαν ενώπιον της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος 13σέλιδη μηνυτήρια αναφορά στην οποία γινόταν λόγος για δωροδοκία στελέχους της Enterprise Greece προκειμένου να εισηγηθεί στη διυπουργική επιτροπή την ένταξη επενδυτικών σχεδίων σε καθεστώς fast track δίχως να πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις". 

Την Τρίτη 14 Μαΐου 2024, στο άρθρο Τι συμβαίνει με την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος και τις προκλητικές αρχειοθετήσεις – Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ακούει;, αναφέρεται ότι: "Τι συμβαίνει με την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος; Αυτό είναι το ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη, καθώς επίσης και ο πολιτικός προϊστάμενος του υπουργείου Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης μετά και τη νέα προκλητική αρχειοθέτηση δικογραφίας με καταγγελίες για δωροδοκίες κρατικών αξιωματούχων που αποκάλυψε το Documento".

Τέλος, την Κυριακή 19 Μαΐου 2024, το άρθρο Ελέω Θεού εισαγγελία πλησιάζει στο ζήτημα το οποίο θίγει το άρθρο μας, αναφέροντας ότι "Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν βαθµοί στη ∆ικαιοσύνη και αυτή δεν αποδίδεται άπαξ διά παντός µε απόφαση ενός δικαστηρίου", αλλά δεν το εντοπίζει. Επιπλέον, αναφέρεται στην ύπαρξη "μαύρων σκιών πάνω από την Δικαιοσύνη".

Τί (δεν) προβλέπει η νομοθεσία για τις αρχειοθετήσεις

Τα δημοσιεύματα του Documento στέκονται περισσότερο στην ουσία των υποθέσεων. Το άρθρο αυτό δεν ασχολείται και δεν μπορεί να ασχοληθεί με την ουσία των υποθέσεων διότι την αγνοεί. Ως εκ τούτου, ούτε κρίνει εάν είναι ορθή ή εσφαλμένη η κρίση των εισαγγελικών λειτουργών. Στο άρθρο αυτό αναδεικνύεται ένα ζήτημα το οποίο αφορά στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο (Κώδικας Ποινικής Δικονομίας) το οποίο διέπει τις αρχειοθετήσεις και το οποίο δεν κατέγραψε το Documento. 

Ειδικότερα, το θεσμικό πλαίσιο για την λειτουργία της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος και για τις αρχειοθετήσεις τις οποίες διενεργεί, εντοπίζεται στα άρθρα 33 έως 36 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Το πλαίσιο αυτό, όπως διαμορφώθηκε με τις τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε η παρούσα Κυβέρνηση το 2020, δεν προστατεύει το κύρος της δικαστικής εξουσίας και των δικαστικών λειτουργών, με αποτέλεσμα να εκφέρονται αμφισβητήσεις για την ορθοκρισία τουςΠιο συγκεκριμένα, η παρούσα Κυβέρνηση κατήργησε τον (επαν)έλεγχο των αρχειοθετήσεων, τις οποίες διενεργεί η Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος, από ανώτερο εισαγγελικό λειτουργό. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας "του ΣΥΡΙΖΑ" προέβλεπε τον έλεγχο των αρχειοθετήσεων από Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος επόπτευε και συντόνιζε το έργο των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος. Ταυτόχρονα, τον Νοέμβριο του 2020, η Κυβέρνηση κατήργησε την Εισαγγελία Διαφθοράς.

Όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές, οι κώδικες του 2019 ήταν αποτέλεσμα μακρόχρονης επιστημονικής επεξεργασίας, η οποία ξεκίνησε από τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ & ΝΔ. Είναι λανθασμένη η επιλογή της παρούσας κυβέρνησης να τους θέσει στην πολιτική αντιπαράθεση διότι οξύνονται τα πάθη και ανθίζει το δέντρο της διχόνοιας της κοινωνίας.

Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας "του ΣΥΡΙΖΑ"

Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας "του ΣΥΡΙΖΑ" (Ν. 4620/2019), περιείχε στα άρθρα 33-36 τις διατάξεις για την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος και την Εισαγγελία διαφθοράς.

Το 2020 έγιναν εκτεταμένες αλλαγές στις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος  από την Κυβέρνηση Μητσοτάκη. Tον Νοέμβριο του 2020, με το άρθρο 53 του Ν 4745/2020 καταργήθηκε ο Εισαγγελέας Διαφθοράς ώστε να καταργηθεί η επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς, κα. Ελένη Τουλουπάκη. 

Η δομή της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος & Διαφθοράς επί ΣΥΡΙΖΑ

Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας "του ΣΥΡΙΖΑ" (Ν. 4620/2019), περιείχε στα άρθρα 33-36 τις διατάξεις για την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος και την Εισαγγελία διαφθοράς.

Οι διατάξεις αυτές προέβλεπαν ότι ως Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος ορίζεται, με Προεδρικό Διάταγμα, εισαγγελέας εφετώναπό εκείνους που υπηρετούν στην εισαγγελία εφετών Αθηνών. Παράλληλα, προβλέπονταν ο ορισμός νόμιμου αναπληρωτή του και ο ορισμός πέντε τουλάχιστον εισαγγελέων ή αντεισαγγελέων για να τον συνεπικουρούν.

Η εποπτεία και ο συντονισμός του έργου του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ήταν έργο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο οποίος ορίζονταν με πλήρη ή μερική απασχόληση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με Προεδρικό Διάταγμα. 

Τα αυτά ορίζονταν στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "του ΣΥΡΙΖΑ" (άρθρο 35) και για τον Εισαγγελέα Διαφθοράς, του οποίου το έργο επίσης επόπτευε και συντόνιζε Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η Εισαγγελία Διαφθοράς καταργήθηκε με το άρθρο 53 του Ν 4745/2020  ώστε να καταργηθεί η επικεφαλής της, η κα. Ελένη Τουλουπάκη. 

Η δομή της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος επί ΝΔ

Τον Νοέμβριο του 2020, με το άρθρο 53 του Ν 4745/2020, καταργήθηκε η Εισαγγελία Διαφθοράς, ώστε να καταργηθεί και η επικεφαλής αυτής κα. Ελένη Τουλουπάκη, ενώ ταυτόχρονα μεταβλήθηκε η δομή της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος. 

Ειδικότερα, η Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος αποτελεί πλέον τμήμα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και σε αυτήν υπηρετούν 4 εισαγγελείς ή αντεισαγγελείς εφετών με τους ισάριθμους αναπληρωτές τους.

Η πλέον σημαντική αλλαγή είναι ότι καταργήθηκε ο εποπτεύων Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Εφεξής, ο αρχαιότερος από τους εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος ορίζεται ως Προϊστάμενος του Τμήματος και είναι αυτός ο οποίος εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος. Δηλαδή, ο εποπτέυων την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος δεν είναι πλέον ανώτατος εισαγγελέας (Αρείου Πάγου) αλλά ομοιόβαθμος των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος, δηλαδή Εισαγγελέας Εφετών.  

Η αλλαγή αυτή επηρέασε και τον τρόπο που γίνονται πλέον οι αρχειοθετήσεις.

Έλεγχος αρχειοθετήσων με τον ΚΠΔ "του ΣΥΡΙΖΑ"

Με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "του ΣΥΡΙΖΑ" (άρθρο 33 παρ. 4), αν μία καταγγελία αρμοδιότητας της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος ήταν νόμω ή ουσία αβάσιμη, για να γίνει η αρχειοθέτησή της, έπρεπε πρώτα να υποβληθεί η δικογραφία προς έλεγχο στον εποπτεύοντα Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου. Ο τελευταίος, εάν διαφωνούσε με την αρχειοθέτηση, είχε το δικαίωμα να παραγγείλει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, δηλ. την διερεύνηση της υπόθεσης ή την άσκηση ποινικής δίωξης.

Το ίδιο ίσχυε και για την αρχειοθέτηση ύστερα από διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και εφόσον δεν προέκυπταν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης. Ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος ήταν υποχρεωμένος να διαβιβάσει την δικογραφία προς έλεγχο στον εποπτεύοντα Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου. Ο τελευταίος, εάν διαφωνούσε με την αρχειοθέτηση, είχε το δικαίωμα να παραγγείλει την άσκηση ποινικής δίωξης.

Επομένως, για τις αρχειοθετήσεις υποθέσεων της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος ίσχυε το σχήμα των αρχειοθετήσεων που καθόριζε το άρθρο 43ΚΠΔ για τους "απλούς πολίτες". Δηλαδή, γίνονταν έλεγχος των αρχειοθετήσεων από ανώτερο εισαγγελέα ο οποίος μπορούσε να διαφωνήσει με την αρχειοθέτηση και να παραγγείλει την άσκηση ποινικής δίωξης. Ο ανώτερος εισαγγελέας ο οποίος έκανε έλεγχο των αρχειοθετήσεων ήταν ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ο οποίος συντόνιζε και επόπτευε την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος. Τον κατήργησε η Κυβέρνηση Μητσοτάκη με το άρθρο 53 του Ν 4745/2020.

Αρχειοθετήσεις χωρίς έλεγχο με τον ΚΠΔ "της Νέας Δημοκρατίας"

Τον Μάιο του 2020, με την τροπολογία 300/16-15.5.2020 του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τροποποιήθηκαν τα άρθρα 33 και 36 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η τροπολογία ψηφίστηκε από ΝΔ και ΚΙΝΑΛ κι έγινε το άρθρο 94 του Ν. 4689/2020. Μπορείτε εδώ να βρείτε το σχετικό υλικό στον ιστότοπο της Βουλής.

Με την τροπολογία αυτή, καταργήθηκε ο έλεγχος των αρχειοθετήσεων από ανώτερο εισαγγελέα δηλαδή από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως προέβλεπε ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας "του ΣΥΡΙΖΑ". Πλέον, οι αρχειοθετήσεις οι οποίες γίνονται από την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος δεν ακολουθούν το σχήμα του ελέγχου από ανώτερο εισαγγελέα, ο οποίος είναι εξοπλισμένος με το δικαίωμα παραγγελίας άσκησης ποινικής δίωξης σε περίπτωση διαφωνίας.

Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας, το σκεπτικό της κατάργησης του ελέγχου ήταν ότι έτσι “αποσυμφορείται η εισαγγελία του Αρείου Πάγου από την επανεξέταση αβάσιμων καταγγελιών”.

Επιπλέον, υποτίθεται ότι η νέα ρύθμιση δεν δημιουργούσε αντινομία και αρχειοθετήσεις δύο ταχυτήτων διότι ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος, ως εισαγγελέας εφετών, είναι “δευτεροβάθμιος λειτουργός”. Το σκεπτικό αυτό πάσχει και περιέχει λογικό άλμα διότι οι εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος είναι μεν εισαγγελείς εφετών αλλά επιλαμβάνονται υποθέσεων σε πρώτο βαθμό κι όχι σε δεύτερο. Επομένως, με τις νέες ρυθμίσεις ελλείπει ο δευτεροβάθμιος έλεγχος των αρχειοθετήσεων και απλώς αυτές διενεργούνται από δευτεροβάθμιο εισαγγελικό λειτουργό.

Τον Νοέμβριο του 2020, με το άρθρο 65 του νομοσχεδίου του νομοσχεδίου του Υπ. ΔΙκαιοσύνης, το οποίο ψηφίστηκε από ΝΔ και ΚΙΝΑΛ ως άρθρο 53 του Ν 4745/2020, καταργήθηκε και ο εποπτεύων Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου. Η ίδια διάταξη κατήργησε και την Εισαγγελία Διαφθοράς. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση (σελ. 130):

Στόχος είναι η με ενιαίο τρόπο αντιμετώπιση των υποθέσεων που υπάγονταν στην αρμοδιότητα των ως άνω εισαγγελέων ειδικών καθηκόντων, καθόσον η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του νέου θεσμού των εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος καλύπτει τις αρμοδιότητες των προαναφερθέντων εισαγγελέων

Είναι ακατανόητη η επιλογή της Κυβέρνησης να προβεί στην κατάργησή του ελέγχου από ανώτερο εισαγγελέα. Ο έλεγχος των πράξεων αρχειοθέτησης από ανώτερο εισαγγελικό λειτουργό, ενισχύει την ορθοκρισία και προστατεύει το κύρος των δικαστικών λειτουργών. Οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί θα πρέπει να επιδιώξουν την επαναφορά του ελέγχου αυτού, έστω και χωρίς την αλλαγή της υπάρχουσας δομής της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος. Δηλαδή, να διενεργείται έλεγχος της αρχειοθέτησης από εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ακόμα κι αν δεν τοποθετηθεί ως εποπτεύων την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος. 

Περιορισμένο οιονεί δεδικασμένο

Το αποτέλεσμα της αρχειοθέτησης είναι ότι παράγεται περιορισμένο οιονεί δεδικασμένο το οποίο παρέχει το δικαίωμα απόρριψης κάθε νέας καταγγελίας, κατά των ίδιων προσώπων, που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή με επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση και στα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ή και σε ασήμαντη προσθήκη αυτών, σαν νομικά αστήρικτη. 

Το οιονεί δεδικασμένο που προκύπτει δεσμευτικό, έχει οιονεί δικαιοδοτικό χαρακτήρα και γίνεται δεκτό πως κάμπτεται μόνον εάν ήθελε προκύψουν νεώτερα ουσιώδη ή άγνωστα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 420/2023, ΑΠ 609/2019, ΑΠ 1120/2018 κλπ).

Υποθέσεις οι οποίες αρχειοθετήθηκαν, δεν εξακολουθούν να διερευνούνται. Αντιθέτως, απαγορεύεται οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση. Μόνο εάν προκύψουν νέα στοιχεία μπορεί μια υπόθεση να ανασυρθεί από το αρχείο. 

Ο ρόλος της αντιπολίτευσης

Σε ό,τι αφορά στο άρθρο 94 του Ν. 4689/2020 με το οποίο καταργήθηκε ο έλεγχος των αρχειοθετήσεων από ανώτερο εισαγγελέα, όπως προκύπτει από τα από 21.05.2020 πρακτικά των συζητήσεων στην Βουλή (σελ. 53), η σχετική διάταξη υπερψηφίστηκε από ΝΔ και ΚΙΝΑΛ. Καταψηφίστηκε από ΣΥΡΙΖΑ και Ελληνική Λύση. Το ΚΚΕ και το ΜΕΡΑ25 ψήφισαν "παρών". Μπορείτε να βρείτε το σχετικό υλικό στον ιστότοπο της Βουλής εδώ.

Ως συνήθως, η επίμαχη διάταξη για την κατάργηση του ελέγχου των αρχειοθετήσεων δεν έγινε καν αντιληπτή από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο κος. Καλαματιανός από τον ΣΥΡΙΖΑ, στην ομιλία του στη Βουλή (βλ. πρακτικά της 18.05.2020 σελ 6), στάθηκε στο ζήτημα της επιλογής του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που θα συντονίζει και θα εποπτεύει το έργο των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος και Διαφθοράς (ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 53 του Ν 4745/2020 έξι μήνες αργότερα). Η τροπολογία προέβλεπε την επιλογή Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Όπως είπε:

Διαφωνούμε με τη διάταξη για τον οικονομικό εισαγγελέα και τον εισαγγελέα εγκλημάτων διαφθοράς. [..] Επισημαίνουμε ότι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου αναλαμβάνουν ως καθήκον τις θέσεις τους και δεν καταλαμβάνουν νέα θέση. Άλλο αναλαμβάνω καθήκον, άλλο καταλαμβάνω νέα θέση, βέβαια, ως προς την εποπτεία των εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος και εγκλημάτων διαφθοράς. Δεν καταλαμβάνουν, λοιπόν, νέα θέση με τα καθήκοντα αυτά και δεν απαιτείται απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 91 του Συντάγματος. Επίσης, θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο συμμετέχουν κατά πλειοψηφία δικαστές κι έτσι όταν τα θέματα αφορούν στενά τη λειτουργία της εισαγγελικής αρχής, όπως εδώ, θα είχαμε το φαινόμενο να διασπάται η αρχή της ανεξαρτησίας της έναντι άλλων αρχών αλλά και έναντι των δικαστηρίων. Δηλαδή οι προερχόμενοι από άλλη αρχή θα αποφασίζουν ποιος εισαγγελέας θα εποπτεύει ένα εισαγγελικό όργανο.

Σε ό,τι αφορά στην κατάργηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο οποίος επόπτευε το έργο των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος και Διαφθοράς που έγινε με το άρθρο 53 του Ν 4745/2020 (εισήχθη με το νομοσχέδιο ως άρθρο 65) όπως προκύπτει από τα πρακτικά των συζητήσεων στην Βουλή της 05.11.2020 (σελ. 98), υπερψηφίστηκε από ΝΔ και ΚΙΝΑΛ. Καταψηφίστηκε από ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και ΕλληνικήΛύση. Το ΜΕΡΑ25 ψήφισε "παρών".


























Photo by Elimende Inagella on Unsplash