28 April 2026

Ο Φαίδωνας Βεγλερής για την εμπιστοσύνη στην (ανώτατη) δικαιοσύνη (1975)

 


Την Δευτέρα 27 Απριλίου 2026 έγινε γνωστό ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας "με την από 27-04-2026 Πράξη του έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανάσυρσης από το Αρχείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης". Αντί άλλου σχολίου, παραθέτουμε αποσπάσματα από το βιβλίο "Υπόμνημα για ένα σύνταγμα του ελληνικού λαού" (1975) του αείμηστου Φαίδωνα Βεγλερή, καθηγητή Διοικητικού Δικαίου στην Νομική Σχολή Αθηνών.

Ακολουθήστε μας στο BlueSky, στο mastodon, στο twitter και στο Facebook

Η συνταγματική κακοδαιμονία του τόπου μας ή ωμότερα και ακριβέστερα ο εξευτελισμός που υπέστησαν όλα ανεξαιρέτως τα Συντάγματά μας δεν συνίσταται μόνο στον παραμερισμό, τις ογκώδεις παραβιάσεις ή την αναστολή και αχρήστευση των σπουδαιότερων διατάξεων, πράγμα που επιτρέπει, με την εφαρμογή των υπολοίπων απομονωμένων, πλήρη και κατ' αρέσκειαν παραμόρφωση του Συντάγματος. 

Εκδηλώνεται και με τις περίτεχνες ψευδοθεωρίες με τις οποίες τα δικαστήριά μας, και ιδιαίτερα τα ανώτατα, κατορθώνουν να αποδέχονται και να ευλογούν μάλιστα τις υπερβάσεις των κυβερνώντων, συγκαλύπτοντας κάτω απ' αυτές το αληθινό κίνητρο των αποφάσεών τους: τη δειλία τους. Εδώ πραγματικά, βλέποντας πώς μεταχειρίζονται τις βασικές αρχές του δικαίου οι φυσικοί φρουροί της, μπορεί να πη κανείς: «Η δειλία νομικάς θεωρίας κατεργάζεται». (Σελ. 99)

Και συνεχίζει στις σελίδες 145-148:

Οι στρατιωτικές δικτατορίες δεν οφείλουν την επικράτησή τους αποκλειστικά και μόνο στη χρήση των όπλων και των βασανιστηρίων και στην πολύπλευρη υποστήριξή τους, την έμμεση και άμεση, από ξένες κυβερνήσεις ενδιαφερόμενες ν' αποικιοποιήσουν την Ελλάδα και να εκμεταλλευθούν το λαό της. Την οφείλουν κατά ένα μέρος αρκετά σημαντικό, και στα ελληνικά δικαστήρια, τα εγκατεστημένα πριν από το πραξικόπημα και, ιδιαίτερα, στα ανώτατα

Την οφείλουν μάλιστα διπλά. Ειδικά γιατί μόλις γίνει το πραξικόπημα τα δικαστήρια σπεύδουν ν' αναγνωρίσουν στο διευθυντήριο των συνωμοτών, που εμφανίζεται με τον τίτλο του «υπουργικού συμβουλίου» νόμιμη εξουσία και μάλιστα απεριόριστη για ν' αποφασίζει ό,τι θελήσει, αρχίζοντας από τη ζωή και την ελευθερία οποιουδήποτε πολίτη. 

Και γενικά γιατί, με τις θεωρίες που διδάχτηκαν από τους θεωρητικούς και τις οποίες, έπειτα, διασκευάζοντάς τις στα μέτρα της επιθυμίας ησυχίας τους, αντιδίδαξαν σ' αυτούς, τα δικαστήρια μας δημιούργησαν από πριν στους στρατιωτικούς και πρόχειρους και πρόθυμους νομικούς συμβούλους τους την πεποίθηση, ότι οποιαδήποτε υπέρβαση και αν επιχειρήσουν, θ' αναγνωρισθεί δικαστικά σαν «νόμιμη», φτάνει μόνο το πραξικόπημα να επέτυχε με την κατάληψη του ραδιοφωνικού σταθμού και μερικών δημοσίων κτιρίων της πρωτεύουσας, και πρώτου από τα δεύτερα του μαρτυρικού σε ταπεινώσεις και επιδεδηλωμένες πλαστογραφίες Εθνικού Τυπογραφείου. 

Η θεωρία που εξασφαλίζει τέτοια μαγικά αποτελέσματα ώστε οποιαδήποτε εγκλήματα να μεταμορφώνονται σε απρόσβλητες και ανεξέλεγκτες πράξεις του Κράτους, με την αναγνώριση μάλιστα ότι είναι και υψηλά πατριωτικές, χωρεί σε τέσσερες λέξεις: «επικρατήσασα επανάσταση δημιουργεί δίκαιον». 

Δεν είναι εδώ ο τόπος για να αναπτύξουμε αναλυτικά ποιά είναι η σωστή έννοια της θεωρίας αυτής, πότε συντρέχουν οι όροι για να νομιμοποιηθούν μ' αυτήν αντισυνταγματικές και παράνομες πράξεις και τέλος αν και ως ποιό σημείο μπορεί να ισχύσει ακόμα χωρίς να τροποποιηθεί σημαντικά υπό τις συνθήκες που προσδιορίζουν την πολιτική πραγματικότητα σήμερα, περισσότερο από εκατό χρόνια αφ' ότου η θεωρία άρχισε να διδάσκεται. Θα σημειώσουμε μόνο ότι τα δικαστήριά μας απλούστευσαν σε τέτοιο βαθμό το θέμα και τροποποίησαν τόσο πολύ την έρευνα — στην οποία τους υποχρεώνει η ίδια η θεωρία τους — περί του αν υπάρχει «επανάσταση» και αν «επεκράτησε», ώστε δεν ζητούν τίποτε άλλο, για να δώσουν την ευλογία τους στα γενόμενα, όπως και στα γενησόμενα, από το να βεβαιωθούν ότι το διάταγμα που καταλύει όλες τις ελευθερίες και όλους τους θεσμούς του πολιτεύματος είναι τυπωμένο με τα στοιχεία κ' επάνω στο άλλως τε πολύ οικονομικό χαρτί του Εθνικού Τυπογραφείου. 

Θα σημειώσουμε επίσης, ότι οι δικαστές που καθησυχάζουν τόσο εύκολα και πρόθυμα την δικαστική καθώς και την εθνική συνείδησή τους, αυταπατώνται όταν νομίζουν και δεν είναι ειλικρινείς όταν λένε, ότι δεν τους ανήκει να ελέγξουν την προέλευση της εξουσίας γιατί «δεν κάνουν πολιτική». Κάνουν και παρακάνουν πολιτική και τη χειρότερη μάλιστα. Ακριβώς γιατί αποφεύγουν να υπερασπίσουν τις μεγάλες και βασικές αρχές του πολιτεύματος, αυτές που αποτελούν το λόγο της υπάρξεως και το θεμέλιο της εξουσίας τους. Και παρέχουν έτσι θετική και πολλές φορές αποφασιστική υποστήριξη για τη στερέωση της τυραννίας, τη στιγμή που ο λαός έχει φοβερά ανάγκη αυτής της βοήθειας για να την αποτινάξει πριν ριζώσει. 

Έτσι γίνονται συνεργοί του καθεστώτος που καταργεί την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και μεταβάλλει το δικαστικό σώμα σε κατηγορία μισθοδοτούμενων υπαλλήλων πιο υπόδουλων απ' όλους τους άλλους, γιατί εξαναγκάζονται να αγνοούν ή και να νομιμοποιούν τις υπερβασίες των σφετεριστών της εξουσίας και να καταδικάζουν σε ποινές αυτούς μόνο που τις καταγγέλουν. 

Ας διακαθορίσουμε εδώ ότι η αυστηρή αυτή κρίση απευθύνεται στα δικαστήριά μας και μάλιστα στα ανώτατα, δηλαδή στις πλειοψηφίες που κατόρθωσαν να σχηματίζονται (μ' ελάχιστες και στιγμιαίες εξαιρέσεις) για να αναγνωρίσουν πρόθυμα σαν θεμιτές τις παραβιάσεις του πολιτεύματος. Δεν αφορά τους δικαστές μας όλους. Και η καλύτερη απόδειξη του ότι μια τέτοια κρίση δεν μπορεί να γίνει για όλους, είναι ότι μόνο με τις αδιάκοπες και αμείλικτες εκκαθαρίσεις του δικαστικού σώματος σ' όλους τους βαθμούς του, τις απειλές και τις πιέσεις που επιχείρησαν ανώμαλες κυβερνήσεις — και πριν απ' αυτές, νόμιμες αλλά παρανομούσες — κατορθώθηκε η άνευ όρων υποταγή της Δικαιοσύνης στην τελευταία δικτατορία.


Ακολουθήστε μας στο BlueSky, στο mastodon, στο twitter και στο Facebook